Στο φλερτ και στο ερωτικό παιχνίδι συχνά μιλάμε για τη «μαγεία» που χάθηκε. Για εκείνη τη σπίθα που στην αρχή έκανε τα βλέμματα να κρατούν λίγο παραπάνω, τα μηνύματα να γράφονται με προσμονή και τις σιωπές να έχουν νόημα. Λέμε ότι κάτι έσβησε. Ότι η μαγεία δεν είναι πια εκεί.
Κι όμως, η μαγεία δεν παθαίνει τίποτα. Δε φθείρεται από τον χρόνο ούτε χαλάει από μόνη της. Αυτό που αλλάζει είναι ο μάγος.
Ο μάγος είναι αυτός που επενδύει. Που μπαίνει στο παιχνίδι με φαντασία, διάθεση και ρίσκο. Που διαβάζει τις λέξεις πίσω από τις λέξεις, που αφήνεται στο υπονοούμενο και χαμογελά πριν καν έρθει η απάντηση. Όσο ο μάγος νιώθει ότι υπάρχει ανταπόκριση, η μαγεία ρέει αβίαστα. Γίνεται σχεδόν αυτονόητη.
Όταν όμως η ανταπόκριση χάνεται, όταν το φλερτ γίνεται μονόπλευρο ή προβλέψιμο, τότε δεν καταρρέει το παιχνίδι — κουράζεται αυτός που το κρατά ζωντανό. Ο μάγος αρχίζει να νιώθει ότι δίνει περισσότερα απ’ όσα παίρνει. Ότι το πάθος του πέφτει στο κενό. Κι εκεί γεννιέται το ξενέρωμα.
Το ξενέρωμα δεν είναι αδιαφορία. Είναι άμυνα. Είναι η στιγμή που ο μάγος κατεβάζει το ραβδί του γιατί κατάλαβε ότι δεν υπάρχει πια χώρος για θαύματα. Όχι επειδή δε μπορεί, αλλά επειδή δε θέλει να παίζει μόνος.
Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι αυτό: η μαγεία δε χάνεται οριστικά. Μπορεί να επιστρέψει ακαριαία, αν αλλάξει η ενέργεια, αν υπάρξει αληθινή συμμετοχή ή αν εμφανιστεί ένας δεύτερος μάγος. Κάποιος που δεν περιμένει απλώς να εντυπωσιαστεί, αλλά θέλει να συνδημιουργήσει.
Ίσως τελικά το φλερτ να μην είναι θέμα σωστών κινήσεων ή έξυπνων λόγων. Ίσως να είναι θέμα συγχρονισμού. Δύο μάγοι, την ίδια στιγμή, να πιστεύουν ακόμα στη μαγεία.
Διότι η μαγεία δεν παθαίνει!
Απλώς, κάποιες φορές, ο μάγος ξενερώνει.


